Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

«Επιχείρηση Καλάβρυτα» - Το χρονικό του αίματος, μέσα από μια μαρτυρία. (από την Ρήξη-τεύχος Νοεμβρίου που κυκλοφορεί).




Το Δεκέμβρη του 1943, τα Καλάβρυτα, έζησαν ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής κτηνωδίας. Η «επιχείρηση Καλάβρυτα» ήταν μια διαταγή που δόθηκε με αφορμή την καταστροφή του λόχου Σόμπερ από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην μάχη της Κερπινής. Ως αντίποινα προς τους αντάρτες λοιπόν, οι Γερμανοί αποφάσισαν να κάψουν τα Καλάβρυτα και τις γύρω περιοχές και να εκτελέσουν τον αρσενικό πληθυσμό.
Η κυρία Μάνθα, είναι μία από τις λίγες γυναίκες που ζουν σήμερα στα Καλάβρυτα, και έζησε το Ολοκαύτωμα. Στην εκτέλεση έχασε τον αδελφό της και τον πατέρα της. Από τα Καλάβρυτα δεν έφυγε ποτέ. Την επόμενη του Ολοκαυτώματος, επέστρεψε με τη μητέρα της και τα αδέλφια της και φτιάξανε μια παράγκα από τσίγκους. Εκεί ζήσανε μέχρι να ξαναχτίσουν τη ζωή τους. Τη γνωρίσαμε μέσω του εγγονού της, Βασίλη, και δέχτηκε να μας μιλήσει. Για να μάθουμε πώς έγιναν κι όχι πώς γράφτηκαν.


«Και τι να σας πω εγώ;  Πώς σκοτωθήκαμε.

Ήρθαν οι Γερμανοί εδώ. Κατέστρεψαν τον κόσμο, εσκοτώναν όποιον βρίσκανε, έφταιγες δεν έφταιγες, δεν του μίλαγες σε σκότωνε, δεν είχε...Σε παίρναν δικαστήριο, έφταιγες δεν έφταιγες, σε σκότωναν. Σκοτωμός...Συνέχεια.
Λοιπόν. Ήρθαν εδώ στα Καλάβρυτα, εδώ είχαμε και βουνά, είχαμε κι αντάρτες. Οι Γερμανοί ερχόσανε, είχαν ενέδρα στο Αίγιο κι ερχόσαντε απάνω. Επαίρναν μέσα τα βουνά τη μια φορά την άλλη. Έγινε μια μάχη μεταξύ Γερμανών-ανταρτών, στην Κερπινί, ένα χωριό πιο πάνω. Πρωτύτερα έγινε μια μάχη στην Χαλαντρίτσα κι εκεί επιάσαν αιχμαλώτους Γερμανούς. Τρεις, τραυματισμένους. Τους φέραν το λοιπόν τους τραυματίες και τους είχανε σε ένα σπίτι, σε κάτι υπόγεια. Τους παν λοιπόν οι αντάρτες σε ένα μεταλλείο δω χάμω, και τους σκοτώνουν, και τους ρίχνουνε μέσα, στο πηγάδι. Το ποιος τους σκότωσε δεν το ξέρουμε. Είπανε όμως οι Γερμανοί, πως το εκάμανε οι αντάρτες. Τους πήραν όμως και τους πήγανε στο νεκροταφείο και τους εθάψανε εκεί χάμου. Μόλις ήρθαν οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα, μαζί με τους προδότες, γιατί παντού υπάρχουν προδότες, εζητήσαν τους αιχμαλώτους τους. Και επήγαν στο νεκροτοφείο και τους ξεθάψανε και τους εκάνανε κηδεία και τους επήραν από δω. Πού τους πήγανε δεν ξέρω. Και λένε «δεν βρέθηκε στα Καλάβρυτα μια πήχη ύφασμα, μια κάσα, να τους βάλετε;» αυτό το πάτημα βρήκανε.Τη δεύτερη μέρα που ήρθανε γίναν αυτά και ύστερα μας είπαν δεν σας πειράζουμε, κόλπο ήταν ετούτο, για να μαζέψουν τον κόσμο μέσα, αλλά αυτοί κανονίσανε.. «Θα μαζευτείτε στα σπίτια σας» μας είπαν, «γιατί όσους εβρούμε όξω θα τους σκοτώσουμε». Ο κόσμος εσκιάχτηκε. Εμαζεύτηκε μέσα. Εκάψαν και δυο σπίτια, του Τσαβαλά και εκάψαν του Γλαράκη γιατί ήταν αντάρτης, για να ειπούνε θα κυνηγήσουμε μόνο τους αντάρτες, δεν σας πειράζουμε εσάς. Εξεφοβήθηκε ο κόσμος. Δεν έφυγε, και να φύγουν και που να πάνε. Δεν φύγαν μήτε οι ξένοι. Κάτσανε μια εβδομάδα οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα.

Την Κυριακή τους μαζεύουν όλους στην πλατεία και τους βγάλανε λόγο και λένε δεν θα σας πειράξουμε, μόνο τους αντάρτες θα κυνηγήσουμε. Πήγε ο κόσμος στα σπίτια του μαζωμένος. Τη Δευτέρα...αυτή η Δευτέρα.
 «Σπίτι σε σπίτι να πάρετε για μια μέρα ψωμί και μια κουβέρτα και να πάτε στο σχολείο».
Και τη Δευτέρα μπάζουν τον κόσμο μες το σχολείο...Τι γυναικόπαιδο! Το στριμώχνουν οι Γερμανοί από’δω από’κει. Μας είπαν πάτε όλοι στο σχολείο. Θα σας κλείσουμε εκεί γιατί θα κάψουμε τα Καλάβρυτα! Έτσι μας το 'πανε...Θα σας κάψουμε.
Τους άντρες τους βγάλανε από μια πίσω πόρτα, και τους οδηγήσανε εκεί πάνω. Σε εκείνο το μέρος... Είχανε κανονίσει από την πρώτη μέρα. Είχανε φτιάξει και λαγούμια κάτω να κρυφτούν, είχαν το μέρος κανονίσει που θα σκοτώσουν τους άντρες. Είπανε θα κάψουν τα Καλάβρυτα, όχι να σκοτώσουν τον κόσμο.
Όλους τους άντρες τους πήρανε. Και τα αγόρια. Και ψηλός να ήσουν κι ας ήσουν 12-13 χρονών σε παίρνανε. Έτσι πήρανε και ένα αδελφό δικό μου.
Εδώ εμείς δεν φύγαμε, η οικογένεια η δική μου. Ήρθαν και μας βγάλαν με τις σπρωξιές, και είδαμε οινοπνεύματα στα χέρια τους, μπουκάλες κι αδειάζαν. Εκινήσαμε τον κατήφορο με σπρωξιές. Δεν φανταζόμασταν όμως πως θα μας σκοτώσουν, δεν έβαλε ο νους του κανενού.
Εκείνο το πρωί τα Καλάβρυτα καιγόντουσαν, άκρη άκρη. Το γυναικόπαιδο το είχανε μέσα στο σχολείο. Απέναντι από το σχολείο ήταν μια πετρελαιοθήκη. Εβάλαν φωτιά στην αποθήκη κι όλος ο καπνός επήγαινε πάνω στο σχολείο. Ο κόσμος κλεισμένος μέσα και να σκούζει «Μας καίνε, μας καίνε». Εγώ ήμουν 12 χρονών και μαζί με τη μάνα μου εβγήκαμε από το παράθυρο. Κι όχι μόνο εμείς, ο κόσμος όλος προσπαθούσε να βγει. Μια γριά, την πατήσανε. Η αδελφή μου με ένα αδελφό μου πήγαν και κρυφτήκαν σε κάτι βάτα.

Η επόμενη μέρα...Πουθενά δεν είχαμε να πάμε. Και πού να πάμε. Έπρεπε να θάψουμε τους άντρες μας, τους αδελφούς μας. Έβλεπες γυναίκες πήγαιναν κει πάνου άλλες με κουβέρτες, άλλες χωρίς και βγάζανε τα στεφάνια από τα βαρέλια να σκάψουν να κάμουν λάκους, να βάλουν τους ανθρώπους τους μέσα. Πρόχειρα. Δεν μπορούσαν να σκάψουν πολύ, και πόσο να σκάψουν, με τον πόνο τους. Κι ύστερα είχαν να ταΐσουν παιδιά και να περάσουν το χειμώνα. Χειμώνας ήτανε. Άλλοι μένανε κάτω από τα χαλάσματα, άλλοι φύγανε. Ό,τι μπορούσε ο καθένας. Μα δεν γινόταν κι αλλιώς, έπρεπε να ζήσουμε. Οι περισσότεροι φύγανε. Άλλοι μείναμε όπως όπως και ζήσαμε παιδάκι μου. Κατοχή.
Και μετά ήρθε ο εμφύλιος. Οι αντάρτες κι ο στρατός. Και σκοτώνονταν μεταξύ τους, εσύ που δεν με χώνευες έλεγες πως είμαι κομμουνιστής. Και σε παίρναν και σε στέλναν αλλού, και σε βασάνιζαν και σε σκοτώνανε. Μα τι είναι ο κομμουνισμός; Εγώ δεν ξέρω τι είναι ο κομμουνισμός. Οι Γερμανοί ήταν ο οχτρός. Ο Έλληνας; Σκοτώθηκε ο κόσμος. Γιατί να σκοτωθούμε μεταξύ μας δηλαδή;

Κι έφτασε η κατοχή να γίνει μυθιστόρημα. Κι εδώ στα Καλάβρυτα ειδικά. Εδώ και στο Δίστομο.Σκοτωθήκαμε, καήκαμε. Και τώρα φτιάχνουν μνημεία για φιγούρες για να θυμόμαστε λένε. Οι άνθρωποι σκοτωθήκανε, χαθήκανε πάει. Να θυμόμαστε. Και πάνε οι Γερμανοί και τα βλέπουν. Εγώ να ήμουν Υπουργός κανέναν τους δεν θα άφηνα να έρθει.

Και σήμερα πόσο χαζός λαός. Ψηφίζουνε τους Χρυσαυγήτες. Εδώ στα Καλάβρυτα. Αν είναι δυνατόν. Αμ στην Αθήνα, τα ακούω, σκοτώσανε λέει τον τραγουδιστή, σκοτώσανε τους Αλβανούς, δέρνουν...Γιατί όλοι αυτοί δεν είναι άνθρωποι; Ήρθαν πρώτα οι Γερμανοί, μετά οι αντάρτες, μετά ο στρατός. Και σήμερα τους βλέπω αυτούς τους νέους και σηκώνουν το χέρι τους, έτσι δεξιά. Όπως οι Γερμανοί. Και λένε είναι Έλληνες. Τι να πεις παιδί μου...αυτά που περάσαμε εμείς, ούτε στον εχθρό σου να μην συμβούν. Δεν λέγονται αυτά. Τώρα ανοίγουμε τα βιβλία. Τα βιβλία τα λένε. Αλλά και τα βιβλία να τα προσέχετε..Λένε πολλές κουταμάρες μέσα».

Από την Κυρία Μάνθα όπως τα διηγήθηκε
Κ. Ιλιάνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου